φεμινισμός

φεμινισμός
ο феминизм

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "φεμινισμός" в других словарях:

  • φεμινισμός — Ιδεολογικό κίνημα, που διεκδικεί την εξίσωση της γυναίκας με τον άντρα σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής. Φαινόμενο τυπικό των νεότερων χρόνων, εμφανίζεται ως θεωρία με τη Γαλλική επανάσταση. Έως τότε, το ζήτημα της θέσης της γυναίκας σε σχέση… …   Dictionary of Greek

  • φεμινισμός — ο (λ. γαλλ.) 1. η κοινωνική θεωρία που δέχεται ότι η γυναίκα είναι σε όλα ίση με τον άντρα. 2. η κίνηση για τη χειραφέτηση της γυναίκας και την εξίσωσή της με τον άντρα στο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και νομικό επίπεδο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ισμός — (ΑΜ ισμός) παρεκτεταμένος τ. τής κατάλ. μός, η οποία σχηματίζει μεταρρηματικά παρ. (πρβλ. πνιγ μός < πνίγ ω, συρ μός < σύρ ω) από το θ. σε ισ τού αορ. τών ρ. σε ίζω (πρβλ. εξ ε φόβ ισ α < εκ φοβ ισ μός, χώρ ισ α > χωρ ισ μός). Η κατάλ …   Dictionary of Greek

  • φεμινιστής — ο, θηλ. φεμινίστρια, Ν οπαδός τού φεμινισμού. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. feministe (βλ. και λ. φεμινισμός)] …   Dictionary of Greek

  • φεμινιστικός — ή, ό, Ν αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή αρμόζει στον φεμινισμό ή στον φεμινιστή. [ΕΤΥΜΟΛ. < φεμινισμός / φεμινιστής. Η λ., στον λόγιο τ. τού ουδ. φεμινιστικόν, μαρτυρείται από το 1897 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • ВАСИЛИАДИС — Н. Василиадис Н. Василиадис [греч. Βασιλειάδης] Николаос Панайотис (род. 1927, дер. Ахна, Кипр), видный совр. греч. богослов, проповедник и публицист. В 1953 г. окончил Богословский фак т Афинского ун та. Член Православного миссионерско… …   Православная энциклопедия


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»